Η ζωγραφική είναι ποίηση που σωπαίνει και η ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει

Την μεν ζωγραφίαν ποίησιν σιωπώσαν, την δε ποίησιν ζωγραφίαν λαλούσαν

Σιμωνίδης ο Κείος, 556-468 π.Χ., Ποιητής & συγγραφέας επιγραμμάτων

..

Για περισσότερα έργα του καλλιτέχνη Ridha, η ιστοσελίδα  και το μπλογκ του.

Advertisements
This entry was posted in Art, Μουσική, Τέχνη, Music and tagged , , , . Bookmark the permalink.

3 Responses to Η ζωγραφική είναι ποίηση που σωπαίνει και η ποίηση είναι ζωγραφική που μιλάει

  1. Ο/Η papoylis λέει:

    Αγαπητή κυρά Δράκαινα

    θα σε παρέπεμπα παιγνιωδώς στο «Κατά Γυναικών» του συνονόματου Σιμωνίδου του Αμοργίνου , έτσι για να χαιρετίσω την επιστροφή σου 🙂

  2. Ο/Η KnowDame λέει:

    Καλημέρα αγαπητέ Παπούλη!

    Ωραίο το ποίημα που με παρέπεμψες [είσαι μεγάλο πειραχτήρι! 😆 ] Αν καταλάβαιναν οι άνθρωποι ότι η περιγραφή αυτή ταιριάζει σε όλους μας, ανεξαρτήτως φύλου, θα είμασταν όλοι λίγο σοφότεροι, [κατά το γνώθι σαυτόν]
    Για το αν επέστρεψα ή όχι, ειλικρινά ούτε εγώ δεν το γνωρίζω 😆 😆
    Παραθέτω το ποίημα, για όσους έχουν περιέργεια να το διαβάσουν

    Τα Ποιήματα (κατά γυναικών)

    Κάθε γυναίκα κι άλλος χαρακτήρας!
    Έτσι εξ αρχής τις έπλασεν ο Θεός.

    Απ’ τη γουρούνα που ‘χει τρίχες μακριές, τη μια,
    όλα στο σπίτι της με τα πηλά πασαλειμένα,
    ανάστατα, παραριγμένα σέρνονται καταγής.
    Η ίδια άλουστη με ποτισμένα στη λίγδα, ρούχα,
    κάθεται και χοντραίνει μες στις κοπριές.

    Την άλλην έπλασε ο Θεός απ’ τη παμπόνηρη αλεπού.
    Όλα τα ξέρει η γυναίκα τούτη: τ’ είναι κακό,
    τ’ είναι καλύτερο; -τίποτε, μα τίποτε δε της ξεφεύγει.
    Κακό είπε το καλό πολλάκις και το καλό το ‘πε κακό.
    Οι διαθέσεις της αλλάζουνε συχνά.

    Την άλλη από τη σκύλα, τη κακόβουλη, – η μάνα της φτυστή-,
    όλα κείνη να τ’ ακούει κι όλα θέλει να τα δει.
    Παντού γυρίζει και κοιτά με προσοχεί να βλέπει
    γαυγίζοντας κι όταν ακόμα άνθρωπο δε βλέπει.
    Και να την απειλήσει ο άντρας δε θα σώπαινε
    ποτέ, ακόμα κι αν της έσπαγε τα δόντια με πέτρα
    οργισμένος, ακόμα κι αν της έλεγε λόγο γλυκό,
    ούτε κι αν η ίδια τύχαινε να κάθεται με ξένους.
    Πεισματικά γαυγίζει, δε βγάζει τον σκασμό.

    Την άλλη πάλι οι Ολύμπιοι Θεοί, πλάθοντας απ’ τη γη
    τη δώσανε στον άντρα να τονε βλάπτει. Τι το κακό;
    Τ’ είναι καλό; Αυτή η γυναίκα τ’ αγνοεί.
    Μόνη δουλεια που ξέρει είναι να τρωει.
    Κι όταν βαρυχειμωνιά στείλει ο Θεός, νιώθει το ρίγος
    και το σκαμνί της το τραβά προς τη φωτιά.

    Την άλλη, απ’ τη θάλασσα τη δίβουλη, την έπλασε.
    Γελά τη μιαν ημέρα και λάμπει από χαρά.
    Ο επισκέπτης του σπιτιού θα τη παινέσει:
    «Καλύτερη γυναίκα από τούτη ‘δω δεν είναι καμμιά,
    στον κόσμο ολάκερο δεν υπάρχει άλλη ωραιότερη!»
    Στα μάτια της την άλλη μέρα δε θέλει να τον δεί,
    ούτε και να τον πλησιάσει. Μαίνεται τότε
    απλησίαστη σα σκύλα που φυλάσσει τα μικρά.
    Αμείλικτη σε όλους, με μούτρα ξινισμένα
    συμπεριφέρεται το ίδιο σε φίλους κι οχτρούς.
    Όπως κι η θάλασσα, πολλάκις στέκεται ακίνητη,
    κακό δε κάνει, χαρά μεγάλη για τους ναυτικούς,
    το καλοκαίρι. Πολλές φορές λυσσομανά,
    τα βουερά κύματα τη παρασύρουν.
    Σ’ αυτή τη θάλασσα μοιάζουν τέτοιας γυναίκας
    τα αισθήματα. Το φυσικό του πόντου; – Η αλλαγή!

    Την άλλη απο σταχτιά γαϊδάρα, π’ όλοι τηνε δέρνουν.
    Σε ζόρι και μεγάλες απειλές, μόλις και μετά βίας έστερξε
    στο τέλος, όμως τέλειωσεν όλες τις δουλειές καλά.
    Στο μεταξύ μέσα στο βάθος του σπιτιού, όλο και μασουλά
    μέρα και νύχτα, τρώει κι όταν ζεσταίνεται στη παραστιά.
    Ακόρεστη το ίδιο και στην απόλαψη του έρωτα,
    καλόδεχτος όποιος θα πά’ να τη …κοιμίσει.

    Την άλλη απ’ της γάτας τη μαυροσύφορη γενιά.
    Πάνω της τίποτε ωραίο και θελκτικό δε θα ‘βρεις,
    ούτε και κάτι να σε τέρπει ή να ‘ναι ποθητό.
    Όμως κι αυτή στου έρωτα τη κλίνη παλαβώνει,
    κι αναγουλιάζει απ’ το χόρτασμα, όποιος τηνε περνά.
    Κλέβει και προξενεί στους γείτονες ζημιές
    και σφάγια που δε κάηκαν στο βωμό, καταβροχθίζει.

    Την άλλη γέννησε φοράδα παχουλή με μακριά χαίτη,
    βαριές δουλειές κι άλλα συγυρίσματα αποφεύγει.
    Χειρόμυλο; μήτε να το πιάσει. Κόσκινο; μήτε θα το σήκωνε ποτέ.
    Από το σπίτι όξω δε θα βγαζε τη βρώμα.
    Στο μαγεριό δε θα καθόταν: αποφεύγει τη καπνιά.
    Ανόρεχτα, με το στανιό κάθεται του αντρούς της.
    Πλένει το σώμα της καθημερνά δις κι άλλοτε τρις,
    αλείφεται με μύρα και τη μακρά χαίτη καλόχτενη κρατά,
    στεφανωμένη μ’ άνθη. Όμορφο να τη θωρεί ο ξένος
    γυναίκα σαν κι αυτή, μα σ’ αυτόν που την έχει: συφορά,
    εξόν κι αν είναι τύραννος ή μεγιστάνας
    που μύχια, τέτοια αποκτήματα τα καμαρώνει.

    Την άλλη απ’ τη μαϊμού. Ξέχωρο τούτο το κακό
    στους άντρες δώρισεν ο Δίας, το χείριστ’ όλων.
    Στο πρόσωπο; Τέρας ασχήμιας. Γυναίκα τέτοια
    περνά μες απ’ τη πολή κι όλοι χασκογελάνε.
    Λαιμός κοντός, βήμα ασταθές, χωρίς καθόλου πισινό,
    ολάκερη άκρα τέσσαρα. Κι αλίμονό του που κρατά
    στην αγκαλιά του τέτοια μεγάλη συμφορά.
    Όμως κολπάκια και ζαβολιές, πολύ καλά γνωρίζει,
    γνήσια μαϊμού. Τι κι αν γελούν, μήτε που την αγγίζει.
    Ποτέ δε θα ‘κανε καλό και μόνο μελετά μες στο μυαλό
    όλη τη μέρα, το πως να κάνει το βαρύτερο κακό.

    Από τη μέλισσα την άλλη. Τη παίρνεις κι ευτυχάς.
    Μόνο σε κείνη το ψεγάδι δε σκαλώνει.
    Τρανώνει και θρονιάζεται, χάρη σ’ αυτή, το βιός.
    Γερνά τ’ αντρόγυνο και μένει η αγάπη αμοιβαία.
    Έχει γεννήσει όμορφα παιδιά και μ’ όνομα καλό.
    Ανάμεσα σε όλες τις γυναίκες ξεχωρίζει,
    τη περιβάλλει ολάκερη μια χάρη θεϊκή,
    δε χαίρεται τη συντροφιά των γυναικών
    που τεμπελιάζουν λέγοντας σωρό τις προστυχιές.
    Ό,τι καλύτερο κι ό,τι πιο γνωστικό στους άντρες,
    έχει χαρίσει ο Δίας, είναι γυναίκες σα κι αυτές.

    Εκτός της μέλισσας, έτσ’ οι γυναίκες. Όλες
    υπάρχουνε χάρη στο τέχνασμα του Δία
    και με τους άντρες τους μαζί διάγουνε τον βίο.
    Αυτό το μέγιστο κακό που ‘πλασ’ ο Δίας
    -γυναίκες. Τάχα πως τον άντρα τους ‘φελάν.
    Μ’ αυτός πρώτος απ’ όλους υποφέρει.
    Ποτέ, μια μέρα ολάκερη ξέγνοιαστος δε περνά,
    όποιος κι αν δέσει τη ζωή του με γυναίκα.
    Για δε θα διώξει εύκολα, οίκοθε, τον Λιμό,
    τον μισητό συγκάτοικο, τον δυσμένη θεό.
    Κι αν άντρας έχει κατά νου στο σπιτικό του
    δώρο Θεού ή χάρισμα ανθρώπου να γιορτάσει,
    αυτή θα βρει κάτι στραβό κι οπλίζεται να συγκρουστεί.
    Γιατί όπου γυνή υπάρχει τέτοια, δε θα στέρξει,
    ούτε στο σπίτι, ξένο, καλόγνωμα, κατώφλι να περάσει.
    Κι όποια φαντάζει μετρημένη και πως είναι συνετή,
    κυρίως αυτή τη πιο μεγάλη βλάβη προξενεί.
    Ο άντρας μένει με το στόμα ανοιχτό κι όλοι γελάνε
    οι γείτονες που βλέπουν -κι αυτός ξεγελασμένος!
    Όταν το φέρει ο λόγος, καθένας τη γυναίκα του
    θε να ‘παινέσει και τ’ αλλουνού θα κατηγορήσει.
    Πως είμαστε στην ίδια μοίρα δε νογάμε.
    Του Δία το χειρότερον έργον είν’ οι γυναίκες,
    πανίσχυρη στα πόδια μας κι άθραυστη αλυσίδα,
    αφ’ ότου ο Πλούτωνας δέχτηκε κάτου, εκείνους,
    που σφάζονται για το χατίρι μιας γυναίκας…

  3. Ο/Η axinospa λέει:

    ΚΑΛΕΣΜΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ ΤΟΥ ΟΧΙ
    http://axinosp.blogspot.com/2011/11/blog-post_09.html

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s